Υπάρχουν συναντήσεις οι οποίες δεν ερμηνεύονται, δεν αναλύονται, βιώνονται. Καλλιτέχνες που δεν υποδύονται απλώς έναν ρόλο αλλά τον μετατρέπουν σε εμπειρία ζωής, αγγίζοντας τα πιο μύχια μονοπάτια της ψυχής και της σκέψης του κοινού. Ο Στράτος Τζώρτζογλου είναι ένας τέτοιος άνθρωπος, φύσει και στάσει ζωής καλλιτέχνης. Υπήρξε ο τελευταίος μαθητής του Κάρολου Κουν, συνεργάτης του Μιχάλη Κακογιάννη και του Θεόδωρου Αγγελόπουλου, με μια διαδρομή δεκαετιών η οποία έχει αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ελληνική καλλιτεχνική πραγματικότητα. Φέτος τον συναντάμε στο Calderone Art Space στην παράσταση «Βροχή τα βέλη» του Μηνά Βιντιάδη, ένα έργο βαθιά ανθρώπινο το οποίο οδηγεί τον θεατή σε μια έντονη εσωτερική αναμέτρηση με τη μνήμη, τις απώλειες και τις σιωπές της ζωής, αφήνοντας να αιωρείται στο τέλος ένα ερώτημα το οποίο δύσκολα εγκαταλείπει τον θεατή. Είναι άραγε αργά για να αλλάξουμε;
Η παράσταση «Βροχή τα βέλη» γεννήθηκε από μια συνάντηση σας με τον Μηνά Βιντιάδη μετά από χρόνια. Με ποιον τρόπο αυτή η επανασύνδεση έγινε αφετηρία δημιουργίας;
Δεν πιστεύω στις τυχαίες συναντήσεις. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι έρχονται στη ζωή σου τη στιγμή που πρέπει, όχι όταν νομίζεις ότι τους χρειάζεσαι, αλλά όταν είσαι πραγματικά έτοιμος να τους συναντήσεις. Η επανασύνδεση με τον Μηνά μετά από είκοσι χρόνια ήταν σαν να ανοίγεις ένα αγαπημένο βιβλίο το οποίο οι συγκυρίες σε είχαν οδηγήσει στο να το αφήσεις στη μέση χρόνια πριν και με έκπληξη να ανακαλύπτεις ότι, χωρίς να το ξέρεις, ολόκληρη η ζωή σου εν τω μεταξύ ήταν μια προετοιμασία για να διαβάσεις τη συνέχεια. Καθίσαμε, μιλήσαμε, και μέσα από εκείνη τη συζήτηση γεννήθηκε κάτι που δεν είχε ακόμη όνομα. Ένας μονόλογος, μια εξομολόγηση, ένα ταξίδι που ο Μηνάς αποφάσισε να γράψει ειδικά για μένα. Αυτό από μόνο του είναι ένα δώρο σπάνιο. Να σε βλέπει ένας δημιουργός σαν τον Μηνά τόσο καθαρά, ώστε να θέλει να γράψει για σένα. Όταν διάβασα το κείμενο, ένιωσα κάτι που είχα πολλά χρόνια να αισθανθώ. Δεν ήταν άλλος ένας ρόλος. Ήταν αλήθειες που κατοικούσαν μέσα μου και που δεν είχα βρει ακόμη τον τρόπο να τις εκφράσω. Υπάρχουν συναντήσεις που δεν τις αναλύεις, τις νιώθεις, τις βιώνεις. Η συνάντηση με τον Μηνά ήταν μια τέτοια.
Ο δάσκαλος σας ο Κάρολος Κουν δίδασκε ότι ο ηθοποιός οφείλει να ακούει περισσότερο από ό,τι να παίζει. Πότε αυτή η αρχή έπαψε να είναι διδαχή και έγινε τρόπος ύπαρξης για εσάς στη σκηνή;
Θυμάμαι την πρώτη φορά που είδα τον Κάρολο Κουν σε συνέντευξη στην ΕΡΤ. Ήμουν είκοσι ενός ετών. Πέρα από τη σοφία του με μάγεψε η γλυκύτητά του. Η τρυφερότητα, η συμπόνια, το πάθος του για το θέατρο. Καταλάβαινες ότι δεν είχε να αποδείξει τίποτα. Απλώς υπήρχε. Αυτό ήταν το πρώτο μάθημα που μου έδωσε πριν καν μπω στη σχολή του. Είχα την τύχη να είμαι ο τελευταίος μαθητής του και αυτό για μένα είναι κάτι το οποίο το φέρω μέσα μου σαν ευθύνη αλλά και σαν προνόμιο. Μέσα στη σχολή μας έλεγε να ακούμε. Όχι να σκεφτόμαστε τι θα πούμε εμείς μετά. Να ακούμε τον άλλον πραγματικά. Να μπαίνουμε τόσο βαθιά στον λόγο, ώστε να μην ξέρουμε εκ των προτέρων τι θα απαντήσουμε. Να προκύπτει από μέσα μας φυσικά, διότι αυτό που ακούσαμε κατάφερε να μας αγγίξει. Στην αρχή εφάρμοζα όλα όσα με δίδαξε ως τεχνική. Στη συνέχεια ο χρόνος, η ωριμότητα, οι απώλειες και τα κενά που αφήνουν πίσω τους με οδήγησαν να μετατρέψω τις συμβουλές του σε βίωμα ζωής. Κατάλαβα ότι τις περισσότερες φορές δεν ακούμε τον άλλον. Ακούμε τον εαυτό μας να αντιδρά. Έπειτα από αυτή τη συνειδητοποίηση, το να ακούω αληθινά τον άνθρωπο που έχω απέναντί μου έγινε για μένα κάτι σαν προσευχή. Μια διαδικασία την οποία πραγματοποιώ με κάθε μόριο της ύπαρξής μου, πέραν της αίσθησης της ακοής.
Υπάρχουν ρόλοι τους οποίους ερμηνεύει ένας ηθοποιός και ρόλοι που τους βιώνει. Ο ρόλος σας στην παράσταση «Βροχή τα βέλη» σε ποια από τις δύο κατηγορίες ανήκει;
Στη ζωή μου μέχρι σήμερα είχα την ευλογία να βιώσω τρεις φορές αυτό το μαγικό συναίσθημα. Η πρώτη φορά ήταν στην παράσταση «Ο Ήχος του όπλου» της Λούλας Αναγνωστάκης, η δεύτερη στο έργο του Άρθουρ Μίλερ «Ο θάνατος του εμποράκου» και η τρίτη είναι τώρα, με το «Βροχή τα βέλη» του Μηνά Βιντιάδη. Σε αυτή την παράσταση ο ήρωας μιλάει για τις γυναίκες που έπλασαν τη ζωή του. Τη γιαγιά του, τη μητέρα του, τον μεγάλο έρωτα. Μιλάει για έναν πατέρα που χάθηκε και άφησε πίσω μια υπόσχεση ανεκπλήρωτη. Για τις στιγμές που πίστεψε ότι η επιτυχία τον ορίζει και έχασε επαφή με αυτό που πραγματικά μετρούσε. Όλα αυτά δεν είναι λόγια ενός ήρωα θεατρικού έργου. Είναι ζωή. Η ζωή του, αλλά και η ζωή του καθενός μας. Κάθε βράδυ που ανεβαίνω στη σκηνή δεν ερμηνεύω απλά έναν ρόλο, βιώνω έναν απολογισμό ζωής. Ο ήρωας ρωτά στο τέλος αν είναι αργά για να αλλάξει. Η ερώτηση αυτή είναι δική του, δική μου, πιστεύω δε κάθε σκεπτόμενου ανθρώπου.
Οι συνεργασίες σας με κορυφαίους δημιουργούς όπως ο Κάρολος Κουν, ο Μιχάλης Κακογιάννης και ο Θόδωρος Αγγελόπουλος σηματοδότησαν καθοριστικές στιγμές στην πορεία σας. Από την κληρονομιά αυτών των συναντήσεων, τι παραμένει ζωντανό μέσα σας σήμερα;
Νιώθω βαθιά ευγνωμοσύνη για όλους αυτούς τους ανθρώπους. Όχι μόνο επειδή με εμπιστεύτηκαν, αλλά επειδή ο καθένας τους με δίδαξε κάτι μοναδικό. Ο Κάρολος Κουν με δίδαξε την ταπεινότητα απέναντι στο κείμενο και στον συνάνθρωπο· ότι ο ηθοποιός δεν κυριαρχεί, υπηρετεί. Ο Μιχάλης Κακογιάννης με δίδαξε την ακρίβεια. Τίποτα δεν είναι τυχαίο στη σκηνή και κάθε λεπτομέρεια έχει το δικό της βάρος και τη δική της αξία. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος με δίδαξε τη σιωπή. Κάποιες φορές αυτό που δεν λέγεται μπορεί να είναι πολύ πιο δυνατό από αυτό που λέγεται. Στο «Τοπίο στην Ομίχλη» κατάλαβα ότι η υπομονή είναι καλλιτεχνική αρετή και ότι δεν χρειάζεται να γεμίζω κάθε στιγμή για να υπάρχω. Αυτές οι διδαχές ζουν ακόμη μέσα μου ως αναπόσπαστο κομμάτι της προσωπικότητάς μου. Όταν ανεβαίνω στη σκηνή, νιώθω την παρουσία τους δίπλα μου σε κάθε ερμηνεία.
Ως άνθρωπος έχετε μια έμφυτη καλοσύνη και μια οπτική για τη ζωή την οποία η επιτυχία τόσων ετών δεν κατάφερε ποτέ να αλλοιώσει. Από πού πηγάζει αυτή η σταθερότητα;
Ό,τι είμαι σήμερα το χρωστάω στο δωμάτιο που μεγάλωσα στα προσφυγικά της Νίκαιας, σε ένα καντηλάκι που έκαιγε τα βράδια και στους ανθρώπους μου που ενώ δεν είχαν τίποτα έδιναν τα πάντα. Μαγειρεύαμε έξω, σε σχάρα. Όλοι μαζί, σε έναν χώρο. Και όμως ήμασταν αγαπημένοι. Είχαμε γλέντι κάθε μέρα. Κάποτε είπα στον πατέρα μου ότι όταν μεγαλώσω θα δουλέψω εγώ και θα μετακομίσουμε σε ένα μεγαλύτερο σπίτι. Με πήρε από το χέρι και χωρίς να πει τίποτα με πήγε στο απέναντι. Ήταν πιο μικρό από το δικό μας. Μέσα κοιμόντουσαν δώδεκα άνθρωποι. Τότε κατάλαβα. Αυτό το μάθημα δεν το ξέχασα ποτέ. Η έλλειψη πολυτέλειας σε διδάσκει πράγματα που δεν τα βρίσκεις αλλού. Μαθαίνεις να πέφτεις και να ξανασηκώνεσαι. Αντιλαμβάνεσαι ότι τα θαύματα συμβαίνουν παντού γύρω σου, απλώς πρέπει να έχεις τα μάτια της ψυχής σου ανοιχτά για να καταφέρεις να τα δεις. Όταν ο πατέρας μου έφερε την πρώτη ασπρόμαυρη τηλεόραση στο σπίτι, μαζεύτηκε όλη η γειτονιά. Ένιωθα ο βασιλιάς του κόσμου. Όχι γιατί είχα κάτι που δεν είχαν οι άλλοι, αλλά γιατί όλοι ήρθαν σπίτι μας. Αυτή η αίσθηση του να μοιράζεσαι ό,τι έχεις και να χαίρεσαι από καρδιάς με τη χαρά των άλλων χαράχτηκε ανεξίτηλα μέσα μου. Τρεις λέξεις οδηγούσαν πάντοτε τη ζωή μου σαν πυξίδα. Ευλογία, ευδοκία, ευλάβεια. Η επιτυχία ήρθε, έφερε χαρά, έφερε αναγνώριση, αλλά δεν άλλαξε ποτέ αυτό που γνώριζα από παιδί. Τα πιο σημαντικά πράγματα δεν αγοράζονται· γι' αυτό και δεν χάνονται ποτέ.
Ο ήρωας του έργου βιώνει τη σιωπή των ανθρώπων που αγάπησε ως το βαρύτερο φορτίο. Πώς αποδίδεται αυτή η σιωπή στη σκηνή χωρίς να χαθεί η δραματική της ένταση;
Η σιωπή είναι το δυσκολότερο πράγμα το οποίο καλείσαι να υπηρετήσεις στη σκηνή. Όχι γιατί, όπως εσφαλμένα νομίζουν κάποιοι, πρόκειται για ένα κενό στον χρόνο, αλλά γιατί είναι γεμάτη απ' όλα αυτά που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Ο πατέρας μου κάποτε, στα πρώτα μου βήματα, ερχόταν κάθε βράδυ και άκουγε την παράσταση από το φουαγιέ επί διακόσιες παραστάσεις. Στεκόταν εκεί μόνος, δεν μου είπε ποτέ με λόγια ότι με αγαπούσε. Η μητέρα μου όταν ήμουν παιδί έκλαιγε με χαμόγελο για να μην μας στεναχωρεί. Αυτές οι σιωπές με σημάδεψαν βαθύτερα από οποιαδήποτε λέξη. Τις έχω μαζί μου κάθε βράδυ στη σκηνή. Όταν καλούμαι να αποδώσω τη σιωπή του ήρωα δεν χρησιμοποιώ τεχνική. Ψάχνω μέσα μου. Τη σιωπή δεν μπορείς να την υποδυθείς, τη βιώνεις. Δεν εξηγείται, μεταδίδεται από σώμα σε σώμα, από ψυχή σε ψυχή. Πρέπει να βρεις το θάρρος να μείνεις εκεί μέσα της, χωρίς να την γεμίσεις ή να επιδιώξεις να την κρύψεις. Να την αφήσεις να υπάρχει.
Έχετε διανύσει μια μακρά πορεία στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Αν κοιτάζατε πίσω, ποια στιγμή θα λέγατε ότι σας άλλαξε για πάντα ως καλλιτέχνη;
Υπάρχει μια στιγμή που τη θυμάμαι σαν να ήταν χθες. Ήμουν στα πρώτα μου βήματα και έκανα πρόβα στο Θέατρο Τέχνης. Ο Κάρολος Κουν καθόταν στην πλατεία και με κοιτούσε. Δεν έλεγε τίποτα. Εγώ προσπαθούσα, έκανα ό,τι νόμιζα ότι έπρεπε να κάνω. Ξαφνικά σηκώθηκε, ήρθε στη σκηνή, με κοίταξε και μου είπε μόνο μία φράση: «Σταμάτα να παίζεις και άρχισε να ζεις». Εκείνη τη στιγμή δεν κατάλαβα τι εννοούσε. Στεκόμουν εκεί και τον κοιτούσα σαν χαμένος. Με τα χρόνια όμως αντιλήφθηκα ότι εκείνη η πρόταση ήταν το πιο σημαντικό πράγμα που μου είπε ποτέ κανείς για την υποκριτική. Άλλαξε για πάντα τον τρόπο που σκέφτομαι, αντιλαμβάνομαι και λειτουργώ ως ηθοποιός. Με βοήθησε να καταλάβω ότι η σκηνή δεν είναι χώρος επίδειξης αλλά χώρος αλήθειας, και η αλήθεια δεν κατασκευάζεται. Αναδύεται, όταν έχεις το θάρρος να αφεθείς και να τη βιώσεις.
Ανάμεσα σε όλες τις μορφές που έχετε ενσαρκώσει στη σκηνή, ποια είναι η πιο αληθινή εκδοχή του Στράτου Τζώρτζογλου;
Δεν υπάρχει μία εκδοχή, υπάρχουν πολλές και είναι όλες αληθινές. Σε κάθε ρόλο αφήνω ένα κομμάτι του εαυτού μου. Κάτι που δεν θα μπορούσα να το πω αλλιώς. Ο ήρωας στην παράσταση «Ο ήχος του όπλου» με βοήθησε να αντιμετωπίσω τη σχέση μου με την εξουσία και τον φόβο. Ο Βίλλυ Λόμαν στον «Θάνατο του εμποράκου» με έφερε αντιμέτωπο με την ανάγκη αποδοχής την οποία φέρει ο κάθε άνθρωπος μέσα του. Ο ήρωας του «Βροχή τα βέλη» με οδηγεί κάθε βράδυ σε έναν απολογισμό ο οποίος δεν ολοκληρώνεται ποτέ με την ίδια απάντηση. Κάθε φορά που ανεβαίνω στη σκηνή δεν είμαι ο ίδιος άνθρωπος. Έχω ζήσει κάτι καινούργιο, έχω σκεφτεί κάτι διαφορετικά, έχω νιώσει κάτι που ίσως να μην το είχα αισθανθεί ως τότε. Η πιο αληθινή εκδοχή ενός ηθοποιού πιστεύω πως δεν μπορεί να περιοριστεί σε έναν συγκεκριμένο ρόλο. Πηγάζει φυσικά από το σύνολο της διαδρομής του. Από όλα όσα έχει ζήσει, αγαπήσει, χάσει και κρατήσει μέσα του.
Η πατρότητα αλλάζει τον τρόπο που ένας άνθρωπος κοιτά τον εαυτό του. Άλλαξε και τον τρόπο που αντιμετωπίζετε τη σκηνή;
Η πατρότητα δεν αλλάζει απλώς τον τρόπο που βλέπεις τον εαυτό σου. Αλλάζει τον τρόπο που βλέπεις και βιώνεις τα πάντα. Θυμάμαι τη στιγμή που κράτησα τον Αλκιβιάδη στα χέρια μου για πρώτη φορά. Μέχρι σήμερα δεν μπορώ να την περιγράψω με λόγια. Ήταν λες και ό,τι ήξερα ότι είχα βιώσει μέχρι τότε ήταν μια προετοιμασία για εκείνη τη στιγμή. Η αγάπη που νόμιζα ότι είχα νιώσει ως τότε ήταν απλώς η σκιά αυτού που ένιωσα. Από εκείνη τη μέρα κάτι άλλαξε μέσα μου, τόσο στον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζα ως τότε τη σκηνή όσο και τους ήρωες τους οποίους καλούμουν να ενσαρκώσω. Ο Αλκιβιάδης γέννησε μέσα μου την ανάγκη να γίνω καλύτερος άνθρωπος και αυτό το παίρνω μαζί μου κάθε φορά που βρίσκομαι στη σκηνή. Κάθε ήρωας παλεύει με την ευθύνη απέναντι στους ανθρώπους που αγαπά, προσπαθεί να αντιληφθεί τι σημαίνει αγάπη χωρίς όρους και χωρίς όρια. Πλέον αντιλαμβάνομαι αυτή την αλήθεια με έναν τρόπο που πριν τη γέννηση του Αλκιβιάδη δεν γνώριζα καν ότι υπήρχε.
Αν η παράσταση «Βροχή τα βέλη» ήταν μια επιστολή, ποιος θα ήταν ο αποδέκτης της;
Ο ήρωας το λέει ξεκάθαρα: «Κανέναν δεν περιμένω, κανείς δεν με περιμένει, έχω μόνο εσάς». Αυτό το «εσάς» είναι ο αποδέκτης. Όλοι μας και ο καθένας ξεχωριστά. Ο κόσμος δεν παρακολουθεί απλώς, συμμετέχει. Πραγματοποιεί έναν προσωπικό εσωτερικό διάλογο. Μετά το τέλος της παράστασης οι θεατές μένουν και θέλουν να συζητήσουν. Δεν στέκονται μόνο στην ερμηνεία και τη σκηνοθεσία. Αναλύουν όσα το έργο αφύπνισε μέσα τους. Μια σχέση η οποία δεν ολοκληρώθηκε, έναν άνθρωπο τον οποίο δεν πρόλαβαν να συγχωρήσουν ή να του εκφράσουν την αγάπη τους. Η παράσταση μετουσιώνεται σε καθρέφτη αυτογνωσίας και αυτοκριτικής για τον καθένα μας. Ζούμε τη ζωή την οποία πραγματικά θέλουμε ή αυτήν την οποία σιωπηλά μας έχει επιβάλει το κοινωνικό γίγνεσθαι, οι φόβοι και οι ανασφάλειές μας; Αυτό είναι το ερώτημα που αφήνει η παράσταση σε κάθε θεατή. «Είναι αργά ή όχι για να αλλάξουμε;»
